εικονοκλάστης

εικονοκλάστης
ο (AM εἰκονοκλάστης)
αυτός που σπάει ή καταστρέφει τις εικόνες γιατί αποδοκιμάζει τη χρήση τους για λατρευτικούς σκοπούς
νεοελλ.
ο καινοτόμος, ο οποίος αρνείται κάθε στοιχείο παραδοσιακό.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εικονοκλάστης — ο αυτός που σπάζει τις άγιες εικόνες, που καταπολεμάει τη λατρεία τους, εικονομάχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Bildersturm — in Holland (Darstellung von 1882) Der reformatorische Bildersturm war eine Begleiterscheinung der Reformation im 16. Jahrhundert. Auf Weisung reformatorischer Theologen und der zum neuen Glauben übergetretenen Obrigkeit wurden Gemälde, Skulpturen …   Deutsch Wikipedia

  • Bildersturm der Reformationszeit — Bildersturm in Holland (Darstellung von 1882) Der reformatorische Bildersturm war eine Begleiterscheinung der Reformation im 16. Jahrhundert. Auf Weisung reformatorischer Theologen und der zum neuen Glauben übergetretenen Obrigkeit wurden Gemälde …   Deutsch Wikipedia

  • Reformatorischer Bildersturm — Bildersturm in Holland (Darstellung von 1882) Der reformatorische Bildersturm war eine Begleiterscheinung der Reformation im 16. Jahrhundert. Auf Weisung reformatorischer Theologen und der zum neuen Glauben übergetretenen Obrigkeit wurden Gemälde …   Deutsch Wikipedia

  • Iconoclasia — Una simple cruz: ejemplo de arte iconoclasta en la iglesia de Hagia Irene (Santa Irene) de Constantinopla. Iconoclasia, expresión que en griego significa «ruptura de imágenes», es la deliberada destrucción dentro de una cultura de los iconos… …   Wikipedia Español

  • Iconoclasta — (Del gr. eikon, imagen + klazo, romper.) ► adjetivo 1 RELIGIÓN, HISTORIA De la iconoclasia: ■ doctrina iconoclasta. ANTÓNIMO iconólatra ► sustantivo masculino femenino 2 RELIGIÓN Persona que practica o es partidaria de la iconoclasia: ■ los… …   Enciclopedia Universal

  • εικονοθραύστης — ο ο εικονοκλάστης, ο εικονομάχος …   Dictionary of Greek

  • εικόνα — (Μαθημ.). Αν A,B δύο σύνολα, F μία απεικόνιση από το Α στο Β, δηλαδή ένα μη κενό υποσύνολο του καρτεσιανού γινομένου A x Β (Fc = A x Β) και (χ,ψ) F, τότε το ψ ονομάζεται μια ε. του χ κατά την απεικόνιση ψ. γεωμετρική ε. συνάρτησης. Αν f είναι… …   Dictionary of Greek

  • σαρακηνόφρων — ον, Μ εικονοκλάστης. [ΕΤΥΜΟΛ. < Σαρακηνός + φρων (< φρήν, φρενός), πρβλ. ελληνό φρων] …   Dictionary of Greek

  • εικονομάχος — ο ο εχθρός της εικονολατρίας, οπαδός της εικονομαχίας, εικονοκλάστης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”